Τρίτη, 30 Νοεμβρίου 2010

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ, Ο ΠΡΩΤΟΚΛΗΤΟΣ (+ 30 Νοεμβρίου). ΒΙΟΣ, ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ.

Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα:
Βίος, δράσις και μαρτύριον αυτού εν Πάτραις".
 
Έκδοσις Ι. Ν. Αποστόλου Ανδρέου, Πάτραι.








Απολυτίκιο (ήχος δ΄)
Ως των Αποστόλων Πρωτόκλητος
και του κορυφαίου αυτάδελφος
τον Δεσπότην των όλων, Ανδρέα,
ικέτευε, ειρήνην, τη οικουμένη δωρήσασθαι
και ταις ψυχαίς ημών το μέγα έλεος.
 Απολυτίκιο έτερο (ήχος α΄)

Φωνήν του βαπτιστού του βοώντος ακούσας
αμνόν τον του Θεού ηκολούθησας χαίρων
Ανδρέα παμμακάριστε, Αποστόλων πρωτόκλητε.
Όθεν έθνεσι την σωτηρίαν κηρύξας
και εν αίματι υπέρ Χριστού εναθλήσας
αξίως τιμάσαι νυν.  
Κοντάκιο (ήχος β΄)
Τον της ανδρείας επώνυμον θεηγόρον
και μαθητών τον πρωτόκλητον του Σωτήρος
Πέτρον τον σύγγονον ευφημήσωμεν
ότι, πάλαι τούτω και νυν εκέκραγεν,
ευρήκαμεν δεύτε τον ποθούμενον.  
Μεγαλυνάριο 
Χαίροις ο Πρωτόκλητος μαθητής
χαίροις σωφροσύνης και ανδρείας στήλη λαμπρά,
χαίροις ο του πάθους κοινωνός του Κυρίου
Απόστολε θεόπτα, Ανδρέα πάντιμε.

 ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΚΑΝΩΝ
ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟΝ
ΑΝΔΡΕΑΝ ΤΟΝ ΠΡΩΤΟΚΛΗΤΟΝ
Ού η ακροστιχίς.
«Δέξαι δέησιν Ανδρέα Αντωνίου Μοναχού»

Τροπάριον ήχος δ’ προς το, Τη Θεοτόκω…
Του Πρωτοκλήτου τω ναώ νύν προσδράμωμεν, οι εν ταις νόσοις και δεινοίς κατεχόμενοι, από βαθέων κράζοντες καρδίας αυτώ˙ ένδοξε Πρωτόκλητε, ώ Ανδρέα Θεόπτα, πρόφθασον και ίασαι, νοσημάτων παντοίων, και εκ κινδύνων λύτρωσαι ημάς, τους τη ση σκέπη θερμώς καταφεύγοντας.

Δόξα το αυτό και νύν. Τη Θεοτόκω εκτενώς…

Ο Ν’. είτα ο κανών˙ ωδή α’. ήχος πλ. δ’.
Υγράν διοδεύσας ωσεί.
Δεσμείν τε και λύειν παρά Χριστού, λαβών εξουσίαν, αμαρτίας με του δεσμού, λύσον ώ Ανδρέα Θεηγόρε˙ και γαρ αυτή μοι, την νόσον επήνεγκεν.

Εν νόσοις και πόνοις παντοδαποίς, τρυχόμενος μάκαρ, εκ καρδίας σε δυσωπώ, τούτων παρασχείν μοι την ταχείαν, απαλλαγήν και τελείαν υγείωσιν.

Ξενωθείς αφρόνως της εντολής, Θεού παρεδόθην, τη δικαία αυτού οργή˙ όν περ εκδυσώπει ώ Ανδρέα, ιλεώ όμματι μάκαρ προσβλέψαι με.
Θεοτοκίον.
Απόρθητον τείχος και αρραγές, γενού μοι Παρθένε, καταφεύγοντι ευλαβώς, τη σκέπη σου κόρη Θεομήτορ, πλήν σου γαρ άλλην, ελπίδα ού κέκτημαι.

Ωδή γ’. Ουρανίας αψίδος.
Ικεσίαις Ανδρέα, συ δραστικαίς Άγιε, τους εν τω ναώ σου φοιτώντας, και αιτουμένους σε, πάντας εξάρπασον, εκ συμφορών και κινδύνων, πάσης περιστάσεως, ψυχής και σώματος.

Δεομένους εκ πόθου, και εκ θερμής πίστεως, τους κατακειμένους εν κλίνη δεινού νοσήματος, ροπή ανάστησον, της ισχυράς σου πρεσβείας˙ έχεις γαρ ιαμάτων πλούτον αδάπανον.

Εν νυκτί και ημέρα, πόνοις πολλοίς τρύχομαι, τοις εκ νοσημάτων, παντοίων, κατακεντούμενος˙ διο τη σκέπη σου, νύν καταφεύγω Ανδρέα˙ μη δη ούν παρίδης με, μύστα Πρωτόκλητε.
Θεοτοκίον.
Τη τεκούσα Σωτήρα, και λυτρωτήν Άχραντε, τον τας βροτών ασθενείας πάσας ιώμενον˙ όν αγνή πάναγνε, συ ακραιφνώς μιμουμένη, νόσω με κρατούμενον, ίασαι Δέσποινα.

Διάσωσον από κινδύνων τους δούλους σου ώ Ανδρέα˙ ότι πάντες μετά Θεόν, εις σε καταφεύγομεν, ως έτοιμον ρύστην και πολιούχον.

Επίβλεψον εν ευμενεία…
και ή αίτησις˙
είτα το παρόν˙ προς το Πρεσβεία θερμή.
Προστάτης Πατρών, φρουρός ο ασφαλέστατος, απαύστως φρουρείν μη διαλύσης ένδοξε, Ανδρέα Πρωτόκλητε, τους σε θερμώς καθικετεύοντας˙ άλλ’ εκ κινδύνων λύτρωσε τη σην, ήνπερ εξόχως ποίμνην πεπίστευσαι.

Ωδή δ’. Εισακήκοα Κύριε.
Συνεχόμενον θλίψεσι, και στενοχωρούμενον νόσω σώματος, ελευθέρωσόν με δέομαι, θεία σου εντεύξει ώ Πρωτόκλητε.

Ικετεύω σε ένδοξε, σάλω και βυθώ δεινών περιστάσεων, μη παρίδης ποντούμενον˙ άλλ’ ανάγαγέ με, σαις δεήσεσιν.

Νοσημάτων απάλλαξον, τους εν τω ναώ σου θερμώς προστρέχοντας και προστάτην σε θερμότατον, επικαλουμένους Παναοίδιμε.
Θεοτοκίον.
Ανακαίνισον Άχραντε, πεπαλαιωμένον με δεινοίς πταίσμασιν, η τον καινουργόν κυήσασα, αρεταίς ενθέοις βελτιώσασα.

Ωδή ε’.  Φώτισον ημάς.
Νέμοις μοι ροπήν, σου της θείας αντιλήψεως, και καταψύξαις την καρδίαν μου, φλογιζομένην, και πυρέσσουσαν Απόστολε.

Δώρον ειληφώς, των ιάσεων το δώρημα, δώρησαι ιάσεως χρήζον της καχεξίας την κατάπαυσιν βραβεύων μοι.

Ρύσαι πειρασμών, χριστομίμητε Πρωτόκλητε, κινδύνων και ποικίλων θλίψεων, επερχομένων, αδοκήτως τοις ικέταις σου.
Θεοτοκίον.
Έχουσα αγνή, ευσπλαγχνίας μέγα πέλαγος, νύν μοι κινδυνεύοντι Πανάμωμε, επικάμφθητι, δια σπλάγχνα σης χρηστότητος.

Ωδή στ΄. Την δέησιν εκχεώ.
Ακέστορα σε πλουτούμεν Άγιε, και θερμόν εν περιστάσεσι πρέσβυν, ρύστην φρουρόν και προστάτην Ανδρέα, ως εις κοινόν ιατρείον προσφεύγομεν. Θεράπευσον ούν συμπαθώς, τας ημών ασθενείας και μάστιγας.

Ακούσας μου της ευχής Απόστολε, επιτάχυνον οικτείραί με μάκαρ˙ ιδού γαρ νύν η ζωή μου εκλείπει, ως εις αέρα καπνός σκεδαννύμενος˙ άλλ’ εύροιμί σε αρωγόν, χριστομίμητον οία περ πέλοντα.

Νηχόμενος τοις του βίου κύμασι, περιπίπτω καθ’ εκάστην ανάγκαις, ταις την ψυχήν και το σώμα στροβούσαις˙ ως δ’ εις γαλήνιον όρμον Πρωτόκλητε, τον σον ναόν προσπεφευγώς, διασώζομαι πρεσβείαις σου.
Θεοτοκίον.
Το μέγιστον των πιστών προσφύγιον, το κοινόν των ασθενών ιατρείον, χριστιανών την στερράν προσδοκίαν, των δεομένων την θείαν αντίληψιν˙ την Δέσποιναν του ουρανού˙ και της γης δυσωπήσαι οικτείραί με.

Διάσωσον από κινδύνων τους δούλους σου ώ Ανδρέα ότι πάντες μετά Θεόν εις σε καταφεύγομεν, ως έτοιμον ρύστην και πολιούχον.
Άχραντε…

Είτα Κοντάκιον προς το Προστασία των Χριστιανών.
Πρασπίζειν της ποίμνης της σης Παμμακάριστε, και πρεσβεύειν απαύστως Χριστώ και Δεσπότη σου, μη αποκάμης εκτενώς δεόμενος αυτού˙ αλλά πρόφθασον ως μιμητής των σταυρικών αυτού παθών, υπέρ των δεομένων σου˙ κόπασον πειρασμούς τε και λύσον τας περιστάσεις, των προστρεχόντων σοι θερμώς Ανδρέα Πρωτόκητε.

Προκείμενον. Εις πάσαν την γην εξήλθεν ο φθόγγος αυτών.
Στίχ. Οι ουρανοί διηγούνται δόξαν Θεού.

Ευαγγέλιον. Εκ του κατά Ματθαίον (δ’ 18- 23)
Τω καιρώ εκείνω, περιπατών ο Ιησούς παρά την θάλασσαν της Γαλιλαίας, είδε δύο αδελφούς, Σιμωνα τον λεγόμενον Πέτρον, και Ανδρέαν τον αδελφόν αυτού βάλλοντας αμφίβληστρον εις την θάλασσαν, (ήσαν γαρ αλιείς) και λέγει αυτοίς˙ Δεύτε οπίσω μου, και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων. Οι δε ευθέως αφέντες τα δίκτυα ηκολούθησαν αυτώ. Και προβάς εκείθεν είδεν άλλους δύο αδελφούς, Ιάκωβον τον του Ζεβεδαίου, και Ιωάννην τον αδελφόν αυτού, εν τω πλοίω μετά του Ζεβεδαίου του πατρός αυτών, καταρτίζοντας τα δίκτυα αυτών, και εκάλεσεν αυτούς. οι δε ευθέως αφέντες το πλοίον και τον πατέρα αυτών, ηκολούθησαν αυτώ. Και περιήγεν όλην την Γαλιλαίαν ο Ιησούς, διδάσκων εν ταις συναγωγαίς αυτών και κηρύσσων το Ευαγγέλιον της βασιλείας, και θεραπεύων πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν εν τω λαώ.
Δόξα, ταις του Πρωτοκλήτου…
και νύν… ταις της Θεοτόκου…
Ήχος πλ. β’. Όλην αποθέμενοι.
Ανδρέα Πρωτόκλητε, του Κορυφαίου ομαίμων, Αποστόλων καύχημα, Μαθητών προβάθμιε, αγλαότιμε, απαρχή αγία, του Ευαγγελίου, του Κυρίου εχρημάτισας. Ως ούν γινώσκοντες, έξοχον πρεσβείαν πλουτούντά σε, σοι πάντες καταφεύγομεν˙ και νύν εκτενώς σου δεόμεθα, ίασαι τας νόσους, τους πόνους και τας μάστιγας ημών, και ρύσαι πάσης κακώσεως, ποίμνην την τιμώσάν σε.

Ωδή ζ’. Οι εκ της Ιουδαίας.
Ως ποτέ της χρονίας, ασθενείας ερρύσω μάκαρ τον Σώσιον, αφή χειρός σου μόνη ούτω της νύν τηκούσης, καμέ νόσου απάλλαξον, σου αοράτω θερμή Ανδρέα επισκέψει.

Νεκρόν ως εξεγείρω, επικαμφθείς, Ανδρέα μητρός τοις δάκρυσι, καμέ νύν ημιθνήτα, βραχύ τι κεκτημένον, ζωής λείψανον έγειρον, ως ακραιφνής μαθητής, του τους νεκρούς ζωούντος.

Νόσων παντοίων και κινδύνων, Ιατρός φανείς, Ανδρέα τρισμάκαρ˙ της ψυχής μου διο, θεράπευσον την νόσον, και ευρωστίαν δώρησαι, ταις ενθέοις σου πρεσβείαις.
Θεοτοκίον.
Ουρανών πλατυτέρα, ανεδείχθης Παρθένε Χριστόν κυήσασα˙ στενούμενον ούν νόσοις, και θλίψεσι παντοίαις, πρεσβειών σου ευρύτητι κατάστησόν με αγνή, εις υγείας πλάτος.

Ωδή η’. Τον Βασιλέα των Ουρανών.
Υπό την σκέπην των πρεσβειών σου Ανδρέα, προσδραμών δέομαί σου, ρυσθήναι των περιστοιχούντων, δεινών με ανενδότως.

Μετανοείν με, από ψυχής και καρδίας, εξαιτώ επαμύναι Ανδρέα, ταίς πανευπροσδέκτοις προς Κύριον λιταίς σου.

Οδυνωμένω, υπό μακράς ασθενείας, ιατρός πρόστηθί μοι Ανδρέα, ως απορουμένων και ορφανών προστάτης.


Θεοτοκίον.
Νενεκρωμένον, των προσβολών ταίς ακίσι, δυσωπώ ζωώσαί με Παρθένε, τον Ζωοδότην Χριστόν αποτεκούσα.

Ωδή θ’. Κυρίως Θεοτόκον.
Αυγαίς ταις της Τριάδος, λάμπρυνον Ανδρέα, τα της ψυχής και καρδίας μου όμματα, ίνα σε πόθω γεραίρω, ενθέοις άσμασιν.

Χριστομιμήτως μάκαρ, τας ανυψωθείσας επί σταυρού πριν παλάμας σου έπαρον, προς τον Σωτήρα πρεσβεύων, υπέρ της ποίμνης σου.

Οχύρωμα και σθένος, σκέπη τε και φύλαξ, γενού Ανδρέα και τείχος απόρθητον, τοις καταφεύγουσι πίστει, τη θεία σκέπη σου.
Θεοτοκίον.
Υπέραγνε Παρθένε, συν τω Πρωτοκλήτω, τον σον Υιόν εισαεί καθικέτευε, όπως ρυσθείημεν πάντες, φρικτής κολάσεως.

Άξιον εστί......
Μεγαλυνάρια.
Δεύτε τον Πρωτόκλητον μαθητήν, εν ύμνοις ασμάτων, ευφημήσωμεν οι πιστοί, τον του Αιγεάτου, το θράσος καθελόντα, και του Χριστού το πάθος, εκμιμησάμενον.

Δεύτε τον Πρωτόκλητον μαθητήν, και των Αποστόλων, τον προβάθμιον αγωγόν, τον της Αχαΐας και των Πατρών προστάτην, Ανδρέαν τιμήσωμεν.

Χαίροις ο Πρωτόκλητος μαθητής, χαίροις σωφροσύνης, και ανδρείας στήλη λαμπρά˙ χαίροις ο του πάθους, κοινωνός του Κυρίου, Απόστολε Θεόπτα Ανδρέα πάντιμε.

Χαίροις των Πατέρων μέγας φρουρός, πρόμαχος και ρύστης, πολιούχος και βοηθός˙ χαίροις της σης ποίμνης, υπερμαχών απαύστως, και περισκέπων ταύτην, Ανδρέα ένδοξε.

Σκέπε, φρούρει, φύλαττε εκ δεινών, τους εν τω ναώ σου, ανυμνούντάς σε ευλαβώς˙ και ρύσαι κινδύνων και πάσης άλλης βλάβης, την σε τιμώσαν ποίμνην, Ανδρέα ένδοξε.

Πάσαι των Αγγέλων αι στρατιαί…

Είτα το τρισάγιον και το απολυτίκιον.
Απόστολε Άγιε Ανδρέα, πρέσβευε τω ελεήμονι Θεώ ίνα πταισμάτων άφεσιν παράσχη ταις ψυχαίς ημών.

Ότε εκ του ξύλου σε νεκρόν.
Πάντων Αποστόλων και μυστών, ένδοξε Πρωτόκλητε μύστα, τους προσκυνούντας θερμώς, την σεπτήν εικόνα σου, βλάβης εξάρπασον, ορατών αοράτων τε, εχθρών και παντοίων νόσων, ελευθέρωσον ψυχής και σώματος˙ ίνα ευχαρίστοις εν ύμνοις, ως παντοδαπόν ευεργέτην, και θερμόν προστάτην σε γεραίρωμεν.


Δευτέρα, 29 Νοεμβρίου 2010

Π.Μ. Σωτήρχου, "Συναντήσεις με τον Θεό" (ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΣΙΑ)


ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΣΙΑ

Π.Μ. Σωτήρχου:
"Συναντήσεις με τον Θεό"
(Γεγονότα και εμπειρίες πίστεως και στη σημερινή εποχή).

Εκδόσεις “Ορθόδοξος Κυψέλη”, Θεσσαλονίκη 2010, σσ. 127.


Του Παναγιώτη Τελεβάντου
===========
Δεν είναι εύκολο να γράψεις 87 άρθρα. Ο κ. Σωτήρχος όμως έγραψε 87 βιβλία! Μόνον το 2009 εξέδωσε 6 βιβλία. Απορώ πού βρίσκει το χρόνο και τη δύναμη να γράφει τόσο πολλά και ψυχωφέλιμα βιβλία με τη δόκιμη γλαφυρή του πέννα.
Αυτή το φορά ο καλός συγγραφέας μας έδωσε 15 ιστορίες από τη σύγχρονη ζωή όπως αναφέρει. Πόσο αληθινές είναι οι ιστορίες δεν ξέρω. Αυτό που διαπίστωσα, με την ανάγνωση το βιβλίου, είναι ότι ο κ. Σωτήρχος παρουσιάζει τα γεγονότα τόσο γλαφυρά που οι ιστορίες του έστω και αν έχουν ιστορικό πυρήνα λειτουργούν όπως το διήγημα. Κάποιες μοιάζουν με διηγήματα, άλλες με χρονογραφήματα και άλλες σαν σκέψεις πάνω σε ένα ψυχωφέλιμο μοτίβο.
Συχγαίρουμε για την καλαίσθητη έκδοση ενός βιβλίου λίαν γλαφυρού, ευανάγνωστου και με ουσιαστικό περιεχόμενο.

ΠΗΓΗ: http://panayiotistelevantos.blogspot.com/2010/10/blog-post_4017.html 

Κυκλοφορείται από:
- τις Εκδόσεις "ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΚΥΨΕΛΗ" 
(Σπαρτάκου 6, Συκιές, 566 26 Θεσ/νίκη, 
τηλ. 2310-21.26.29)

- και στα Χριστιανικά Βιβλιοπωλεία.

Παρασκευή, 26 Νοεμβρίου 2010

Ιωάννη Γ. Θαλασσινού: «Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΑΙΣΧΡΩΝ ΛΟΓΙΣΜΩΝ» (Βιβλιοκρισία του συγγρ. Π. Μ. ΣΩΤΗΡΧΟΥ).


ΚΡΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

 «Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΑΙΣΧΡΩΝ ΛΟΓΙΣΜΩΝ»
(Ὁσίου ΣΥΜΕΩΝ τοῦ Θαυμαστορείτου:
Ἱερά Ἀκολουθία ἐπί ἐνοχλήσει αἰσχρῶν καί ρυπαρῶν λογισμῶν)

Τοῦ Ἰωάννη Γ. Θαλασσινοῦ

Ὁμολογῶ εἰλικρινά ὅτι μέ ξάφνιασε τό ὀλιγοσέλιδο, ἀλλά καλογραμμένο βιβλίο τοῦ κ. Ἰ. Γ. Θαλασσινοῦ, πού ἐπιγράφεται: «Ὁ πόλεμος τῶν αἰσχρῶν λογισμῶν», διότι μέ μεγάλην πνευματική ὀξυδέρκεια μπόρεσε νά πλησιάση τήν ἀρρώστια τῆς ἐποχῆς μας, πού εἶναι οἱ αἰσχροί λογισμοί τῆς πονηρίας. Καί λέγω μέ ὀξυδέρκειαν πνευματικήν, διότι ἡ αἰσχρότης τῶν λογισμῶν δέν ἐξαντλεῖται μόνον στόν χῶρον τῶν σαρκικῶν ἀνομημάτων, ὁμαλῶν καί ἀνωμάλων, ἀλλά σέ ὅλον τό εὖρος καί τό πλάτος τῆς δαιμονικῆς πονηρίας, πού εἶναι ἡ δεξαμενή πάσης ἁμαρτίας καί πάσης ἀθεΐας. Διότι ὅποιος δέν σκέφτεται κατά Θεόν σκέφτεται πονηρά καί δαιμονικά καί γι’ αὐτό ἡ πονηρία ἔχει ντυθῆ μέ τήν λογική της ἐποχῆς μας, πού θεωρεῖ τό ἄδικον ὡς δίκαιον, τήν ψευτιά ὡς ἀλήθεια καί τόν θάνατον ὡς ζωήν.
Ἄριστα λοιπόν ἔπραξε ὁ καλός συγγραφέας κ. Ἰ. Γ. Θαλασσινός καί ἔγραψε μέ σαφήνειαν τά δέοντα γιά τόν πόλεμον αὐτόν, ξεκινώντας ἀπό τήν θαυμάσια «Ἱερά Ἀκολουθία ἐπί ἐνοχλήσει αἰσχρῶν καί ρυπαρῶν λογισμῶν» τοῦ Στυλίτου Ὁσίου Συμεών τοῦ Θαυμαστορείτου, πού μᾶς δίνει ἕνα ὅπλο πνευματικῆς μάχης κατά τῆς πονηρίας καί τῶν αἰσχρῶν λογισμῶν της. Διότι, ἄς τό ποῦμε καί αὐτό, οἱ Ἱ. Ἀκολουθίες καί τά Ὑμνογραφικά Κείμενα τῆς Ἐκκλησίας, δέν εἶναι τυπικές λειτουργικές διατυπώσεις γιά τίς λατρευτικές τελέσεις, ἀλλά πύρινα ὄπλα πνευματικοῦ ἀγῶνος γιά κάθε πιστόν, πού πρέπει καί νά τά μελετᾶ συχνά καί νά τά χρησιμοποιεῖ σέ κάθε περίπτωση, ὅπως τήν θεοφώτιστη αὐτή Ἀκολουθία «ἐπί ἐνοχλήσει αἰσχρῶν καί ρυπαρῶν λογισμῶν».
Βιάζομαι λοιπόν, ὄχι μόνον νά συγχαρῶ τόν καλόν αὐτόν συγγραφέα καί νά εὐχηθῶ εὐκαρπίαν στίς πνευματικές του προσπάθειες, ὥστε νά μᾶς δώσει καί ἄλλα τέτοια ὀρθόδοξα πονήματά του, ἀλλά καί νά συστήσω ἐγκαρδίως τό βιβλίον αὐτό, πού τόσον φροντισμένα καί ἀπέριττα ἐκυκλοφόρησαν οἱ ἀγλαόκαρπες Ἐκδόσεις Νεκτ. Δ. Παναγόπουλος, διότι, ἐκτός τῶν ἄλλων προσόντων του, εἶναι καί εὐσύνοπτον καί διαβάζεται ἄνετα. Διαβάστε τόν «Πόλεμο κατά τῶν αἰσχρῶν λογισμῶν» καί θά συμφωνήσετε μαζί μου ὅτι ὑπῆρξε ἄξιος ὁ κόπος τοῦ κ. Ἰ. Γ. θαλασσινοῦ, ὅπως καί εὐλογημένος ὁ διαχρονικός λόγος τοῦ Ὁσίου Συμέων τοῦ Θαυμαστορείτου, πού γιορτάζεται στίς 24 τοῦ Μαΐου. Προσέξετε ἰδιαιτέρως τόσον τήν Ἱ. Ἀκολουθίαν τοῦ Ἁγίου, ὅσον καί τόν Βίον του, ἀλλά καί τήν συνοπτικήν διδασκαλίαν του «περί ἀντιμετωπίσεως τῶν ἀκαθάρτων λογισμῶν». Σήμερα ἡ ἐποχή μας καμαρώνει καί χαίρεται καί θεωρεῖ ὡς προκοπή της τούς αἰσχρούς λογισμούς, πού γίνονται πράξη καί συχνά παίρνουν τήν μορφή πολιτιστικῶν κατακτήσεων καί ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων καί κοντεύουν νά μᾶς ποῦν ὅτι τά σκουπίδια σώματος καί ψυχῆς εἶναι ὁ πολιτισμός. Εὐτυχῶς ὅμως, πού ὑπάρχουν καί τά δυνατά καί ἀποτελεσματικά πνευματικά ἀπορρυπαντικά τῶν Ἁγίων Πατέρων, ὅπως αὐτό τό βιβλίον, πού μᾶς προσέφεραν σήμερα ὁ συγγραφέας κ. Ἰ. Γ. Θαλασσινός καί ὁ ἐκδότης κ. Νεκτ. Δ. Παναγόπουλος (ὁδ. Χαβρίου 3, 105 62 Ἀθήνα, τηλ. καί Fax 210-32.24.819) καί γι’ αὐτό τούς συγχαίρουμε θερμά καί τούς δυό.

Π. Μ. ΣΩΤΗΡΧΟΣ

Ο Όσιος Συμεών ο Θαυμαστορείτης (+ 24 Αυγούστου). 
Τοιχογραφία εκ του Κυριακού της Ιερής Σκήτης Αγίας Άννης, Άγιον Όρος. 


Μπορείτε να το προμηθευτείτε και από το ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ μας.
Στείλε μας e-mail με τα στοιχεία σας (όνομα, διεύθυνση) και θα σας σταλεί ταχυδρομικά με αντικαταβολή. 
Τιμάται 5 ΕΥΡΩ + τα ταχυδρομικά.

Πέμπτη, 25 Νοεμβρίου 2010

ΣΥΝΤΟΜΗ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ του αγιορείτη Γέροντα παπα Χρύσανθου Πνευματικού του Αγιαννανίτου (1894 - +1981).


ΣΥΝΤΟΜΗ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ 
(και φωτογρ. Βιβλιοπαρουσίαση)
του αγιορείτη Γέροντα παπα Χρύσανθου Πνευματικού 
του Αγιαννανίτου (1894 - +1981). 
Από το βιβλίο: 
"ΓΕΡΟΝΤΙΚΑΙ ΔΙΔΑΧΑΙ"
(τόμος Β')
[Κυκλοφορείται από:
-- Την Ιερὰ Κοινοβιακὴ Ι. Μονή Παναγίας Οδηγητρίας,
35009  ΜΩΛΟΣ ΛΟΚΡΙΔΟΣ. Tηλ.: 22350-41.311.

-- Τις Εκδόσεις "ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΚΥΨΕΛΗ" 
Σπαρτάκου 6, Συκιές, 566 26 Θεσ/νίκη. Τηλ. 2310-21.26.29.

-- Και στα Χριστιανικά Βιβλιοπωλεία].

Είναι όντως μεγάλο το τόλμημα να προσπαθήσει κανείς να παρουσίαση, έστω και περιληπτικώς, εις τα πλαίσια μιας συντόμου βιογραφίας, μία ολόκληρη ζωή οσιακών παλαισμάτων και βιωμάτων ενός αγιορείτου Γέροντος της παλαιάς γενεάς του Αγίου Όρους, με τους πολλούς και μεγάλους αγωνιστάς και βιαστάς Πατέρας.

Πιστεύοντας όμως, ότι ή συναίσθησης του τολμήματος και των ασθενικών μας πνευματικών δυνάμεων μετριάζει την ευθύνη του εγχειρήματος, και επικαλούμενοι πρωτίστως τάς άγιας ευχάς του βιογραφούμενου Γέροντος μας, παπα Χρύσανθου του αγιορείτου Πνευματικού, προβαίνομε εις την ταπεινή αυτήν προσπάθεια. Και πράττομεν αυτό προκειμένου οι αδελφοί αναγνώσται του διηγηματικού πνευματικού υλικού του βιβλίου αυτού να γνωρίσουν έστω και κάτι ολίγον από την ζωήν του συγγραφέως των διηγήσεων αυτών.

Μίαν ζωήν κατά την οποίαν ο μακαριστός Γέροντας επιμελώς εκρύπτετο οπίσω από μίαν κοσμική αφάνεια, πτωχεία, μπαλωμένα ενδύματα, προσποιητή αποτομίαν και σαλότητα και όσα αλλά μετήρχετο με πολλήν ταπείνωσιν δια να έξασφαλίζη την ποθητήν του εν Χριστώ ατιμία του κόσμου. Ωστόσο όμως ή χάρις του Θεού, ή οποία οικονομεί πάντοτε οι «λύχνοι» οι πνευματικοί να τίθενται επί την «λυχνίαν» προς φωτισμό και ψυχική ωφέλεια των άλλων ανθρώπων, οικονόμησε ώστε και ο Γέροντας Χρύσανθος, να καταστεί τελικώς πνευματικός οδηγός πολλών ανθρώπων, Κληρικών, Μοναχών και λαϊκών, παρ' όλον ότι ο ίδιος επιθυμούσε παιδιόθεν την ησυχαστική ζωήν της θεωρίας και των υψηλών πνευματικών αναβάσεων.
Ό Γέρων Χρύσανθος εγεννήθη το 1894 εις τον Πειραιά από ευσεβείς γονείς, τον Αθανάσιο εκ της νήσου Κέας (κατά το επώνυμων Βρέτταρον) και την Ευγενία εκ της νήσου Αιγίνης (Μελάνην Μοναχή προς το τέλος της ζωής της). Κατά το άγιον Βάπτισμα έλαβε το όνομα Χρήστος.

Εκ των παρευρισκομένων διεσώθη, ότι εις την άγια Κολυμβήθραν εσχηματίσθη το σημείων του Τιμίου Σταυρού και ο ιερουργός, ο όποιος ητο ο γνωστός άγιος ιερεύς παπα Νικόλας Πλανάς, βλέπων το σημείων αυτό έκπληκτος είπε, ότι ο νεοφώτιστος θα λαβή το χρίσμα της αγίας Ιεροσύνης και θα ευαρεστήσει τον Θεόν.
Την ανατροφή του μικρού Χρήστου ανέλαβε ή ευλαβέστατη προγιαγιά του Δέσποινα, ή όποια ητο κανδηλάπτισσα στην Άγια Σωτήρα (Θεία Μεταμόρφωση) Πειραιώς, πλησίον της περιοχής Λεύκα στα Αιγινήτικα του Πειραιώς, οπού τον μεγάλωσε κυριολεκτικώς «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου». Ό Γέροντας μέχρι γήρατος ενθυμείτο μετά δακρύων την ασκητική της βίοτήν, την ακρίβεια της εις την πνευματική ζωήν, καθώς και τις διδαχές της δια την εγκράτεια, την καρδιακή προσευχή, τις αρετές και την χάριν της Μοναχικής Πολιτείας. Από την ηλικία των πέντε ετών τον οδηγούσε εις την εκκλησία του αγίου Προφήτου Ελισαίου εις το Μοναστηράκι, οπού τακτικότατα συνήρχοντο ευλαβέστατες ψυχές των Αθηνών της εποχής εκείνης για να αγρυπνήσουν κατά το αγιορείτικο τυπικόν. Τελούσα να τον διδάξει πρακτικώς την εν Χριστώ ζωήν του υπεδείκνυε ως πρότυπα ζωής διάφορες αγιασμένες μορφές, που συνέρεαν εκεί από διάφορα μέρη των Αθηνών.
Οι μορφές αυτές, όπως φαίνεται και στις διηγήσεις του Γέροντος, εχαράχθησαν ανεξίτηλα εις την παιδική καρδιά του μικρού Χρήστου. Από τότε μέχρι της κοιμήσεως του θα ενθυμείτε με άφθονα δάκρυα όλα αυτά τα αγιασμένα πρόσωπα τον άγιον ιερουργό παπα Νικόλα (Πλανά), τους ευλαβέστατους άλλους εφημέριους, παπα Αντώνη από τον άγιον Νικόλαο των Πευκακίων, τον αγιορείτη παπα Μεθόδιο, την ασκήτρια Μοναχή Συγκλητική, τους απαράμιλλους εις την ευλάβεια και το ήθος ιεροψάλτες κυρ Αλέξανδρους, Παπαδιαμάντη (εκ δεξιών) και Μωραϊτίδη (εξ αριστερών), και άλλους λαϊκούς ενάρετους και αγωνιστάς. Κοντά σ' αυτούς ο εύπλαστος και ευαίσθητος Χρήστος τρέχει κάθε τόσο «ξυπόλυτο», πτωχό, πεινασμένο και κουρασμένο παιδί να ζήση μαζί τους σ' αυτήν την αγιασμένη κατανυκτική ατμόσφαιρα την ανεκλάλητη χαρά εκείνων των Αγρυπνιών, να ακούσει τους ύμνους προς τον Θεόν, τις ιερές αναγνώσεις και τις πατερικές διδαχές, να προσευχηθεί και να χορτάσει το γλυκύτατων όνομα του Δεσπότου Χριστού.

Έτσι, από μικρό παιδί θα δώσει τον εαυτόν του εις αγώνες πνευματικούς ανακαλύπτοντας την γλυκύτητα της εν Χριστώ ζωής.
Έκτος από όλους αυτούς του ευλογημένου εκείνου περιβάλλοντος του αγίου Ελισαίου, όταν μεγαλώσει ολίγον, ο έφηβος Χρήστος θα γνωρίσει και τους ευλαβέστατους αγιορείτες Πνευματικούς, παπα Πανάρετο, παπα Ματθαίον, παπα Γιάννην, και άλλους εκ του περιβάλλοντος του αγίου Νεκταρίου της Αιγίνης, που ήρχοντο εις την Ανάληψιν του Παγκρατίου, οπού το Μετοχιον της ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας.

Κυρίως όμως θα γνωρισθεί με τον γνωστόν δια την αρετή του Γέροντα Ιερώνυμο τον Σιμωνοπετρίτη, Μοναχό τότε και κατόπιν Ηγούμενο της ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας, την «αγάπη τον», όπως τον αποκαλούσε. Ή γνωριμία αύτη θα αποτελέσει σταθμό εις την ζωήν του Γέροντος και όταν κατόπιν εις ηλικία δεκαεπτά ετών αναχώρηση δια το Αγιον Όρος θα τον αναζήτηση στην Σιμωνόπετρα.
Στο Μετόχι της Αναλήψεως κάθε τόσο έτρεχε μαζί με αλλά παιδιά, ως «διψώσα έλαφος», για να ξεδιψάσει την πνευματική του δίψαν από τα γλυκύτατα νάματα των νηπτικών διδαχών όλων αυτών των αγιορειτών Γερόντων και Πνευματικών περί της ακριβείας της Χριστιανικής ζωής, της καρδιακής και νοεράς προσευχής, και του ύψους της Μοναχικής Πολιτείας.
Όλα αυτά τα πνευματικά βιώματα άναψαν «εξ απαλών ονύχων» εις την καρδιά του ευλογημένου μικρού Χρήστου την φλόγα της επιθυμίας δια υψηλότερη πνευματική ζωή και τον διακαή πόθων να ακολουθήσει την οσιακή τρίβον της Μοναχικής ζωής.
Έτσι, το 1911 δεκαεπταετής έφηβος με όλες αυτές τις καλές πνευματικές προϋποθέσεις «θεϊκό έρωτι πτερούμενος» αναχωρεί εκ του κόσμου για να γίνει Μοναχός εις το Άγιον Όρος, το «Περιβόλι της Παναγίας» μας. Αρχικώς πηγαίνει εις την ιεράν Μονήν Σίμωνος Πέτρας για να συνάντηση τον αγαπητό του Γέροντα Ιερώνυμο.

Μένει εκεί ως δόκιμος Μοναχός. Σχεδόν για ένα χρόνο, παρ' όλον το νεαρό της ηλικίας του, ο δόκιμος Χρήστος αγωνίζεται με γεροντικό φρόνημα. Με την χάριν του Θεού και τις πατερικές υποδείξεις και διδαχές του Γέροντος Ιερωνύμου γίνεται υπόδειγμα δοκίμου και αναπαύει όλους τους Πατέρας του Ιερού Κοινοβίου. Υπακοή τελεία, εκκοπή θελήματος και φρονήματος πλήρης. Πρώτος εις τας ιεράς Ακολουθίας, πρώτος εις τα διακονήματα και, τας υπηρεσίας της Μονής.
Κατόπιν γνωρισθείς με ασκητές Πατέρας που ήρχοντο εις την Μονήν, και φλεγόμενος από πόθων δια υψηλότερα ησυχαστική ζωήν, αφήνει την πολυαγαπημένη του Σιμωνόπετρα και μεταβαίνει εις την ιερά Σκήτη της Αγίας Άννης, στην Καλύβι της Απότομης του Τιμίου Προδρόμου, οπού υποτάσσεται εις τον Γέροντα Αζαρία, και με ρασοευχήν ονομάζεται Χρύσανθος Μοναχός.
Εκεί θα αρχίσουν οι δοκιμασίες και περιπέτειες της Μοναχικής ζωής του, οι όποιες θα τον ωριμάσουν, θα τον εξαγνίσουν και θα τον γεμίσουν με πνευματική πείρα.
Ή αδελφότης της Καλύβης αποτελείται από πέντε Μοναχούς. Ό Γέροντας του, πατήρ Αζαρίας, άνθρωπος της κατά Θεόν σιωπής και υπομονής, τον αγαπά και τον μυεί ιδιαιτέρως εις την ιερά νίψη. Αναγκάζεται όμως ο Γέρων Αζαρίας να του υπόδειξη να ησυχάσει εις την Καλύβην της Αγίας Τριάδος, την υψηλότερη της Σκήτης, προκειμένου να αποφευχθούν τα σκάνδαλα που ενσπείρει ο φθόνος του διαβόλου μεταξύ των ανθρώπων που αγωνίζονται δια την σωτηρία τους· εκεί μάλιστα τον έκειρε και Μεγαλόσχημο Μοναχό. Ό Γέροντας Χρύσανθος υπήκουσε βεβαίως, άλλα με πόνο δια τον πρόωρον αυτόν πνευματικόν απογαλακτισμό του. Είναι χαρακτηριστική σχετικώς μία διήγησης του, οπού κάποτε περνούσε έξω από μίαν Καλύβην και βλέποντας από την ανοικτή πόρτα έναν υποτακτικό να μελετά νηπτικά βιβλία και τον Γέροντα του να τον διδάσκει, «έκλαυσε πικρώς».
Ευρισκόμενος μόνος και αγωνιζόμενος εις την Καλύβην του, έχων πολλήν θλίψιν, «η Άγια Άννα ~ ως έλεγαν ο ίδιος- τον έστειλε ατσαλένιο μπαστούνι, τον Γέροντα Ονούφριο».
Ό Γέρων Ονούφριος ήτο υποτακτικός του περίφημου Αγιαννανίτου Πνευματικού παπα Μηνά του Μαυροβουνίου. Εκείνη την εποχή μετά την οσιακή κοίμησιν του Γέροντος του (1916) ήτο και εκείνος μόνος εις την Καλύβην της θείας Μεταμορφώσεως, ευρισκόμενη κάτωθεν και πλησίον της Καλύβης της Αγίας Τριάδος. Συνεδέθησαν με άρρηκτο και πολύ ισχυρό πνευματικόν δεσμό, ο όποιος προσδιόρισε την πνευματική εξέλιξιν του Γέροντος Χρύσανθου.
Ό Γέρων Ονούφριος θα είναι εις το εξής ο πνευματικός του οδηγός, ο «εξ υιοθεσίας Γέροντας» του, ως έλεγε.

Έχων ο ίδιος διαπρέψει ως τέλειος υποτακτικός του αγίου Πνευματικού παπα Μηνά και έχοντας διδαχθεί από εκείνον την τελειότητα της Μοναχικής ζωής, επίσης έχων πείρα των υψηλών θεωριών της ιεράς νίψεως θα μύηση εις αυτά και τον δεκτικώτατον Γέροντα Χρύσανθο. Εκείνος πάλιν με μεγάλη ακρίβεια και υπακοή θα εργασθεί όλα αυτά εις την ησυχία της Καλύβης του με πολλήν άσκηση, νηστεία, αγρυπνάν, και κυρίως με την εσωτερική εργασία της νοεράς προσευχής.

Εις τις πνευματικές τους αναβάσεις μάλιστα και οι δυο θα έχουν συμπαραστάτη τον Πνευματικόν τους, τον περίφημο Εκείνη την εποχή δια την αρετή και πνευματική πείρα του μεγάλο Πνευματικόν παπα Ιγνάτιο τον Κατουνακιώτη, τον αόμματο, ο όποιος έτρεφε πολλήν αγάπη δια τον νέον Γέροντα Χρύσανθον, που την εκδήλωνε ακόμη αποκαλώντας τον πολλές φορές «Χρυσανθέλί μου».
Οι Γέροντες της Σκήτης θα θαυμάσουν στον νεαρό Μοναχό Χρύσανθον την σύνεσιν, το απαρρησίαστο ήθος, το κατά Θεόν πένθος και δακρύων, την αγωνιστικότητα. Ή ακρίβεια στην προσωπική του ζωήν, ή ανυποχώρητος βία και ακαταπόνητος άσκησης, ή τελεία υπακοή και εφαρμογή των υψηλών νηπτικών διδαχών του Γέροντος Ονούφριου, ή προσήλωσης του εις την εκκλησιαστική τάξιν κατά τις Ιερές Ακολουθίες και Αγρυπνίες εις το σεπτόν Κυριακόν της Σκήτης, οπού είχε ορισθεί από τους Γέροντες, παρά την νεότητα του, ως Τυπικάρης, θα τον αναδείξουν «παιδαριογέροντα».
Επιθυμία του Γέροντος ήταν να μείνει μόνος του εις την Καλύβην της Αγίας Τριάδος και εκεί να αγωνίζεται δια την σωτηρία του και να τρυγί, το μέλι της ησυχίας. Εκεί «μόνος μόνω τω Θεώ» επιθυμούσε να διέλθη την ζωήν του ως λέγει ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης δια τον όσιον Συμεών τον Νέον Θεολόγον: «Μόνον τον Ιησούν εννοεί, μόνον τον Ιησούν επόθει, εις μόνον τον Ιησούν ήτον η μελέτη τον, ο Ιησούς ήτον το άκρον αντικείμενο τον νοός τον, ο Ιησούς ήτον το εντρύφημα της γλώσσης τον, ο Ιησούς ήτον το γλυκύ μελέτημα και αδολέσχημα της καρδίας του, ο Ιησούς ήτο ή αναπνοή του».
Υποχρεώνεται όμως από τους Γέροντες της Σκήτης να δεχθεί δυο υποτακτικούς. Αυτοί ησθένησαν από φυματίωση και ο Γέροντας αναγκάζεται να έλθει εις την Αθήνα προς θεραπεία τους και για να μη εξαπλωθεί εις την Σκήτη ή «αγία ασθένεια», όπως κατ' ευφημισμόν χαρακτήριζαν την θανατηφόρο τότε φυματίωσιν.
Έτσι, μετά από την περίοδο των υψηλών επιδόσεων στα ασκητικά παλαίσματα και την νοερά άθλησιν της προσευχής, περίοδο θείου σαββατισμού, θα έλθουν άλλες δοκιμασίες και περιπέτειες.

Με αυτές οικονόμησε ή χάρις του Θεού να εξέλθει ο Γέροντας εις τον κόσμον φορτωμένος, ως «έλαια κατάκαρπος» από πνευματική πέτρα και αρετές, δια να θρέψη με τον πνευματικόν αυτόν καρπό που συνέλεξε αγωνιζόμενος από παιδί στους δακρύβρεκτους αγιορείτικους βράχους με κόπους, τέλεια ασκητική αυταπάρνησιν και με θείον ερωτά, ο όποιος επιφέρει την «καλήν άλλοίωσιν», όταν ως «πυρ άναλίσκον» καταφλέγει τάς καρδίας των εραστών του γλυκύτατου Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.
Ενώ υπηρετούσε ο ίδιος τους ασθενείς υποτακτικούς του συνέπεσε ο καιρός της μεγάλης αναταραχής εις τον χώρον της Εκκλησίας της Ελλάδος με την αλλαγή του εορτολογίου (1924).

Ή αλλαγή αύτη προκάλεσε την σθεναρά αντίσταση πολλών ευλαβών κληρικών, και Αρχιερέων ακόμη, Μοναχών και λαϊκών. Ακολούθησαν διωγμοί, φυλακίσεις, εξορίες, αποσχηματισμοί, και άλλα δυσάρεστα γεγονότα, και γενικώς προέκυψε μεγάλη αναταραχή, ή οποία δυστυχώς επέφερε πληγή εις το σώμα της Εκκλησίας της Ελλάδος πού παραμένει εισέτι ανοικτή και αλγούσα.
Ό Γέρων Χρύσανθος τότε μαζί με άλλους Πατέρας και Πνευματικούς από τα ιερά Κοινόβια και τις Σκήτες του Αγίου Όρους (όπως ο περίφημος παπα Ευγένιος ο Διονυσιάτης, ο παπα Ιερώνυμος ο Άγιοπαυλίτης κ.ά.) προσπάθησαν με αγνό ζήλο, να συμπαρασταθούν και να στηρίξουν τους αγωνιζόμενους Χριστιανούς εις την πατροπαράδοτον ορθόδοξη ευσέβεια.

Ό Γέροντας μάλιστα τρέφων εκ νεότητος πολύν ζήλον δια την ορθόδοξη πατερική ίεράν Παράδοσιν και αλγών δια την δυσάρεστον κατάστασιν αυτήν εις το σώμα της Εκκλησίας ευθαρσώς ήλεγξε και προσωπικώς τον τότε Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χρυσόστομο Παπαδόπουλο δια τον νεωτερισμό της αλλαγής του εορτολογίου λέγοντας του με πολύν πόνο, ότι θα δώσει λόγο εις τον θεόν δια την άναστάτωσιν εις το σώμα της Εκκλησίας της Ελλάδος, την οποίαν επέφερε ή σκανδαλώδης αυθαίρετος αλλαγή.
Ωστόσο μελετημένος και πνευματικός κατηρτισμένος όπως ήτο ο Γέροντας, δεν διολίσθησε εις εμπάθειες και ακρότητες, άλλα μέσα σ' αυτές τις δυσάρεστες και δύσκολες περιστάσεις θα μείνει ο εργάτης και διδάσκαλος της νίψεως, της εσωτερικής εργασίας και της καρδιακής προσευχής. Μένοντας με ομολογιακή προσήλωσιν πιστός στις σεπτές παραδόσεις της αγίας μας Ορθοδοξίας, θα αποφυγή την αλαζονεία του αλάνθαστου τιμητού και επικριτού των πάντων και δεν θα χάση τον πνευματικόν του προσανατολισμό.

Κατά τρόπον μοναχοπρεπή και πατερικό θα ασκεί την αυτομεμψίαν, το «αεί εαυτόν μεμφεσθαι», ως έλεγε πάντοτε. Αυτό δε, θα είναι και ή ανακεφαλαίωσης όλης της διδαχής του εις τα πνευματικά του παιδιά. Ελυπείτο όταν έγίνοντο συζητήσεις δια εκκλησιαστικά ζητήματα δια τις όποιες έλεγε ότι «ξηραίνουν την καρδιά και κατόπιν χρειάζεται μεγάλος αγώνας και πολλά δάκρυα δια να επανέλθει κανείς εις την κατάστασι της προσευχής και του θείον έρωτος». Διότι -συνέχιζε- ή ενασχόλησης με εκκλησιαστικά θέματα προϋποθέτει «σώφρονα βίον, καθαρά εξομολόγησιν και νουν καθαρό».

Επεσήμαινε ότι ή αλλαγή του εορτολογίου επέφερε ζημία εις την πνευματική ζωήν των Ορθόδοξων Χριστιανών, διότι «έπαυσαν να συζητούν δια την προσευχή, δια τους βίους των Αγίων και δια τάς ευεργεσίας του πανάγαθου Θεού, που μαλακώνουν την ψυχήν και την αναβιβάζουν εις τον θείον έρωτα και ασχολούνται με θέματα, τα όποια πρέπει να εξετάζονται από αυτούς που ευρίσκονται εις ανώτερον πνευματική κατάστασι».
Πιεζόμενος από πολλούς εχειροτονήθη Ιερεύς υπό του Μητροπολίτου Κυκλάδων Γερμανού και συντόμως έγινε και Πνευματικός. Υπηρέτησε ως εφημέριος εις τον ιερόν Ναό των αγίων Τριών Παρθένων Μηνοδώρας, Νυμφοδώρας και Μητροδώρας, εις τον Βοτανικόν, εις τον ιερόν Ναό της αγίας Φιλοθέης, εις τα Πετράλωνα, τον ιερόν Ναό της αγίας Σοφίας, εις τον Πειραιά, κα\ τέλος εις τον ιερόν Ναό της Αγίας Τριάδος, εις την συμβολή των οδών Όρφέως και Αγίας Αννης εις τον Βοτανικό.

Υπηρέτησε και εις αλλάς ενορίας και ιερούς ναούς, όπως εις τον ιερόν Ναό της Μεταμορφώσεως εις την Κυψέλη. Ό ναός αυτός είναι το μόνον που απέμεινε από την ίεράν Μονήν της θείας Μεταμορφώσεως, την οποίαν κατά την παράδοσιν είχε κτίσει ή αγία Φιλοθέη ή Αθηναία. Εκεί κατά τα παιδικά χρόνια του Γέροντος είχε έλθει από το Άγιον Όρος ο πολυσέβαστος Πνευματικός παπα Μεθόδιος, ο όποιος διέδώσε την καλην συνήθεια των αγιορείτικων Αγρυπνιών εις την Αθήνα και περί αυτού πολλά λέγει ο Αλέξανδρος Μοραϊτίδης.
Ως Πνευματικός ο Γέρων Χρύσανθος αναδεικνύεται άριστος ιατρός ψυχών. Το ταπεινό Καλυβάκι του στην οδό Κροκεών, πλησίον της Λεωφόρου Αθηνών, μετατρέπεται σε μια πραγματική «Κολυμβήθρα, Σιλωάμ», σε ένα πνευματικόν Νοσοκομείον. Πλήθος πονεμένων, «πεφορτισμένων» και πληγωμένων ψυχών συρρέουν στα ταπεινά «Κελλάκια» του Γέροντος Χρύσανθου. Ευλαβείς, αμαρτωλοί, ηλικιωμένοι, πολλοί νέοι και νέες, Αρχιερείς, Ιερείς, Μοναχοί, με το παλαιό και το νέο εορτολόγιο.

Όλοι εκεί ευρίσκουν μία ανοικτή πατρική αγκαλιά να τους περιμένει. Ένα Γέροντα που ως Πνευματικός Πατέρας προσήυχετο εναγωνίως δια την σωτηρία τους, κυριολεκτικώς έπασχε και ωδύνατο, έως ότου «μορφωθή Χριστός» εν ταις καρδίαις των τέκνων του. Δια τον Γέροντα δεν υπήρχαν ωράρια, ούτε καιρός αναπαύσεως και διακοπών. Το πτωχικό Καλυβάκι του στα «Κελλάκια» της οδού Κροκεών είναι πάντοτε ακλείδωτο, σε ετοιμότητα αναμονής και υποδοχής των ψυχών, «υπέρ ων Χριστός απέθανε».

Με προτροπή του ιδίου οποιανδήποτε ωραν της ημέρας ή της νύκτας ημπορούσαν να καταφύγουν εκεί ψυχές κυνηγημένες από τον διάβολο, αποκαμωμένες από την θλίψη, την απελπισία και τον πόνο του πολυώδυνου τούτου ματαίου βίου και της οδυνηράς αμαρτίας. Άνθρωποι πού έφθασαν μέχρι το κατώφλι του Γέροντος απηλπισμένοι, πληγωμένοι, ρυπαροί από την λάσπη και την δυσωδία των αισχρών παθών, «κατερραγμένοι» από τα βέλη του πονηρού, όχι μόνον «ανωρθώθησαν», άλλα και έφθασαν με την άγαπητικήν και ελεήμονα φροντίδα του, εις σημείον να ζουν ενάρετο και σώφρονα βίον, με νηστεία, καρδιακή προσευχή, με μοναχικά ιδεώδη και αρετάς, καίτοι κοσμικοί και έγγαμοι.
Αναδεικνύεται ακόμη και άριστος πνευματικός οδηγός με ιδιαίτερο χάρισμα να εμπνέει τον πόθων δια την Μοναχική ζωήν. Νέοι και νέες έρχονται κοντά του ελκόμενοι από την ηδύτητα της διδασκαλίας του περί των υψηλών πνευματικών βιωμάτων της Μοναχικής Πολιτείας.
Και ο ίδιος ήγάπα ιδιαιτέρως τους νέους, τους αγνούς και παρθένους.

Με άπειρη πατρική αγάπη και στοργική φροντίδα προσπαθούσε να τους μύηση εις τα βαθέα και αναβίβαση εις τα υψηλά της νοεράς εργασίας της προσευχής. Έπασχε δι' αυτούς και αγωνιούσε, διότι τους θεωρούσε κατάλληλα σκευή της χάριτος του πανάγαθου Θεού, των υψηλών θεωριών της εν Χριστώ ζωής και της άγιας Ιεροσύνης.
Δια την αγάπη και πνευματική φροντίδα όλων των νέων πού έρχονται κοντά του, γίνεται κτίτωρ δυο άνδρώων Μονών και μιας γυναικείας, πού τις αφιερώνει με ευλάβεια εις την Κυρίαν Θεοτόκον, «Άξιον εστί», Αγίας Σκέπης και Παναγίας Οδηγήτριας. Επίσης φροντίζει να επανδρωθεί από πνευματικά του παιδιά ή Καλύβι της ιεράς Μετανοίας του εις την Σκήτη της Αγίας Άννης, δηλαδή ή Καλύβι της Απότομης του Τιμίου Προδρόμου.
Ό ίδιος όμως μονίμως θα παραμείνει με αυτοθυσία μέχρι της κοιμήσεως του δεσμευμένος από την μεγάλη συναίσθησιν της ευθύνης της πνευματικής του πατρότητας κοντά εις τα πνευματικά του τέκνα, στην βάσι του, στα ταπεινά κεραμοσκέπαστα Κελλάκια της οδού Κροκεών. Εκεί ο προσωπικός αγώνας της εσωτερικής εργασίας, της νίψεως και της νοεράς προσευχής, της αγρυπνίας και της ασκήσεως μένει αμείωτος.

Ό Γέροντας παραμένοντας μέσα στον κόσμον τηρείται ανέπαφος από το φρόνημα του κόσμου και αναλλοίωτος («ηλλοιωμένος την θείαν άλλοίωσιν»). Αυτό είναι γενική διαπίστωσις όλων όσοι τον γνώρισαν. Θα μείνει μέσα στον κόσμον μέχρι το τέλος της όσιακής βιοτής του ένας αυθεντικός Αγιορείτης. Ζει, τρώγει, ενδύεται, ομιλεί, λειτουργεί ως γνήσιος Αγιορείτης. Νοερός είναι πάντοτε στο Άγιον Όρος, θα «περιπολή» με την διάνοια του στην Καλύβην του, στα μονοπάτια, στα σπήλαια και τους βράχους της Σκήτης, οπού έζησε. «Αν και είμαι μακράν της - έλεγε - ο ανασασμός μου και τα όνειρα μου εκεί περιφέρονται».

Ή ζωηρά ανάμνησης των ιερών μορφών των Γερόντων του και των διδαχών τους θα είναι ή αναπνοή του. Σε κάθε εορτή θα μεταφέρεται Νοερός και νοσταλγικός στο σεπτό Κυριακον της Σκήτης και αναλύεται σε δάκρυα ενθυμούμενος την ευλάβεια των Γερόντων, το βάδισμα τους, τα κέρινα όσιακά πρόσωπα τους μετά την ολονυκτία εύχητική αδολεσχία της Αγρυπνίας κάτι το αυτονόητον, ότι κάποιος ευρέθη στον δρόμο του που είχε ανάγκη τα χρήματα.
Επίσης πολλοί είναι εκείνοι που άγνωστοι έφθασαν δια έξομολόγησιν στον Γέροντα, τον όποιον έκπληκτοι άκουσαν να τους φωνάζει με το όνομα τους.

Πολλοί εδέχθησαν αιφνίδια τηλεφωνήματα του με σύντομες και ολιγόλογες προειδοποιήσεις δια συμβησόμενα. Πολλοί αισχυνόμενοι να εξομολογηθούν πράξεις ή και λογισμούς τους ακόμη, τα άκουσαν εμβρόντητοι από τον ίδιον τον Γέροντα.
Εκείνο όμως πού πολλοί ενθυμούνται ως χαρακτηριστικό του Γέροντος είναι τα δάκρυα, το «αείρυτον δακρύων». Υπήρχαν στιγμές που οι οφθαλμοί του εγίνοντο μικρές βρύσες. Τα δάκρυα έτρεχαν αβίαστα, περνούσαν από τις παρειές του, την γενειάδα του και κατέληγαν να μουσκεύουν το ύφασμα του ζωστικού του.

Αυτό συνέβη πολλές φορές και σε ώρες εξομολογήσεως κάποιων, οι όποιοι συγκλονίσθηκαν, διότι βλέποντες αυτό το ιερόν φαινόμενο συνειδητοποίησαν, ότι αυτά πού εξομολογούντο δεν τα έλεγαν με συναίσθησιν και μετάνοια, πού έπρεπε να είχαν, και την οποίαν όμως βίωνε ο Γέρων Πνευματικός δι' αυτούς.
Δια να καταγράφουν οι εμπειρίες και μαρτυρίες θαυμαστών γεγονότων πού έζησαν πολλά πνευματικά παιδιά του Γέροντος κοντά του. θα εχρειάζοντο πολλές σελίδες. Σκοπός όμως της παρούσης εκδόσεως δεν είναι ή παρουσίασης της κατά πλάτος όσιακής βιοτής του μακαριστού Γέροντος Χρύσανθου, ο όποιος εξ άλλου επιμελώς εν τη ζωή του απέφευγε οποιανδήποτε τιμήν και αναγνώρισιν, προσποιούμενος ακόμη και με επίπλαστες ιδιοτροπίες, αποτομίες και δήθεν φωνές («από τον λάρυγγα και έξω», όπως σε κάποιους εμπιστευόταν ο ίδιος), τα όποια όμως ορισμένοι, κρίνοντες «κατ` όψιν», εξέλαβαν ως το πραγματικό πρόσωπον του Γέροντος και τον παρερμήνευσαν.
Τα ανώτερο ανεφέρθησαν γενικώς ως ψήγματα της πνευματικής καταστάσεως του Γέροντος και αυτό όχι προς προβολή του («ου γαρ δη εκείνο χρεία προσθήκης εις εύδοκίμησιν»), άλλα προς ωφελείαν ψυχική ημών «των ζώντων, των περιλειπομένων», διότι «ώσπερ γαρ τω πυρί αυτομάτους έπεται το φωτίζειν και τω μύρω το ευωδείν ούτω και ταις άγαθαίς πράξεσιν αναγκαίους ακολουθεί το ώφελιμον» (Μέγας Βασίλειος). Αυτά είναι ελάχιστα άπ' όσα θαυμαστά γεγονότα έζησαν κοντά του πολλά πνευματικά του παιδιά, τα όποια και πάλιν γράφομε, μετά από είκοσι επτά έτη από της κοιμήσεως του, διακατεχόμενοι υπό του κράτους του φόβου της δυσανασχετήσεως του μακαριστού Γέροντος μας. Διότι ο Γέροντας εν όσο ζούσε, όταν ήκουε από κάποιον έπαινετικόν λόγο περί αρετής του κ.λπ. αντιδρούσε βιαίως, θα λέγαμε, όπως αντιδρά κάποιος όταν τον υβρίσουν και τον προσβάλλουν πολύ.

Ό Γέροντας βυθιζόμενος εις την άβυσσο της αυτομεμψίας του, είχε ανυπόκριτον και βαθυτάτην ταπείνωσιν.
Αυτός εν ολίγοις ητο ο ταπεινός, ο άσημος (ίσως και παρεξηγημένος από κάποιους ) παπα Χρύσανθος. Οπίσω όμως από την ανεπιτήδευτη αύτη ταπεινή εμφάνισιν εκρύπτετο ένα άφθαστον μεγαλείον πνευματικόν. Ένα μεγαλείο πού εσμιλεύθηκε με την χάριν του Θεού στην Αθήνα της εποχής του Παπαδιαμάντη και στον Ιερόν Άθωνα, το ευωδιαστό και αγιόλεκτον «Περιβόλι της Παναγίας» μας, με πολλές τότε Μορφές ηγιασμένων πνευματικών Αγωνιστών, πού ευωδίασε ή εύωδία και ή Χάρις του Αγίου Πνεύματος.

Ή επίγεια ζωή του τελείωσε κατά την 29ην Μαΐου (ημέρα της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως, ημέρα την οποίαν ο Γέροντας κατά σαφείς μαρτυρίες προεγνώρισεν) του 1981 μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο. Μετετέθη εις σκηνάς αιωνίους δια να συνάντηση εκεί τους ποθητούς του Γέροντες, και όλους αυτούς δια τους οποίους διαλαμβάνει εις τις ιερές διηγήσεις του. Το σεπτόν του λείψανον κατά την επιθυμία του μετεφέρθη εις την ίεράν Σκήτη της Αγίας Άννης και ένταφιάσθη εις το Κοιμητήριον της Σκήτης, όπου ή αγιορείτικη γη ανέμενε στοργικώς να ανάπαυση εις τα σπλάγχνα της το πολύμοχθων σώμα του μακαριστού Γέροντος Χρύσανθου.

Είη αυτού αιωνία ή μνήμη. Και ας έχωμεν τάς αγίας ευχάς του. Αμήν.

Κυκλοφορείται από:
- την Ιερὰ Κοινοβιακὴ Μονή Παναγίας Οδηγητρίας,
35009  ΜΩΛΟΣ ΛΟΚΡΙΔΟΣ, Tηλ.: 22350-41.311.

- τις Εκδόσεις "ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΚΥΨΕΛΗ" 
(Σπαρτάκου 6, Συκιές, 566 26 Θεσ/νίκη, τηλ. 2310-21.26.29)

- και στα Χριστιανικά Βιβλιοπωλεία.


Τετάρτη, 24 Νοεμβρίου 2010

"ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΥΠΑΚΟΗΣ. ΟΣΙΟΣ ΑΚΑΚΙΟΣ Ο ΕΝ ΤΗ ΚΛΙΜΑΚΙ" .

(κάντε κλικ πάνω στη φωτογραφία για μεγένθυση)

«ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΥΠΑΚΟΗΣ.
 Όσιος Ακάκιος ο εν τη Κλίμακι»
(+ 26 Νοεμβρίου)
του Ιωάννη Γ. Θαλασσινού


ΒΙΟΣ
ΑΓΙΟΛΟΓΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ
ΑΣΜΑΤΙΚΗ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ
ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ
ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ: ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ Α. ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ

Μόλις εκυκλοφόρησε το νέο βιβλίο του συγγραφέως Ιωάννη Γ. Θαλασσινού με τίτλο: «ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΥΠΑΚΟΗΣ. Όσιος Ακάκιος ο εν τη Κλίμακι» από τις εκδόσεις Νεκτάριος Δ. Παναγόπουλος (οδ. Χαβρίου 3, 105 62 Αθήνα, τηλ. & ΦΑΞ: 210-32.24.819).
Το αξιόλογο αυτό βιβλίο αναφέρεται στον Όσιο Ακάκιο (της Κλίμακας, + 26 Νοεμβρίου), ο οποίος με την θαυμαστή ζωή Του κατέστη διαχρονικό υπόδειγμα Υπακοής. Και επειδή η αρετή της Υπακοής είναι θεμελιώδης στην πνευματική πορεία όλων μας, μοναχών-κληρικών, αλλά και λαϊκών, ταυτόχρονα όμως είναι και αρκετά παρεξηγημένη, λαμβάνει αφορμή ο συγγραφέας από τον θαυμαστό βίο του Οσίου και επιχειρεί μια ανάλυση της «θεοδιδάχτου» αυτής αρετής. Ταυτόχρονα, αναφέρονται αρκετά αγιολογικά, ιστορικά, υμνολογικά κ.ά στοιχεία σχετικά με το Όσιο.
Τέλος, την παρουσίαση του Οσίου Ακακίου κοσμεί η ανακαλυφθείσα σε παλαιούς Κώδικες ιερά Ασματική Ακολουθία Του, συμπληρωμένη από τον οσιολ/τον Αρχιμ. Νικόδημον Αεράκη, Ιεροκήρυκα και Υμνογράφο, ο οποίος και συνέθεσε Παρακλητικό Κανόνα και Χαιρετισμούς στον Όσιο.
Στην εποχή πού ζούμε, της ανυπακοής και της εγωιστικής αυτονόμησης και πολυδιάσπασης του ανθρωπίνου προσώπου, είναι απαραίτητη η απόκτηση και η μελέτη, από όλους μας, τέτοιων ωφέλιμων βιβλίων.
Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ν. Δ. Παναγόπουλος καθώς και σ' όλα τα Χριστιανικά Βιβλιοπωλεία.

Μπορείτε να το προμηθευτείτε και από το ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ μας.
Στείλε μας e-mail με τα στοιχεία σας (όνομα, διεύθυνση) και θα σας σταλεί ταχυδρομικά με αντικαταβολή. 
Τιμάται 11 ΕΥΡΩ + τα ταχυδρομικά.